Γράμμα σ’ έναν ποιητή   Leave a comment

Οι περισσότεροι πρέπει να γνωρίζουν το ποίημα αυτό, είτε από την ίδια την ποίηση του Καββαδία, είτε τουλάχιστον χάρη στο Δημήτρη Ζερβουδάκη που το μελοποίησε το 1989:

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη.

 

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά·
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

 

Κάτι που θα ‘κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιον τρόπο που, όπως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

 

Γνωρίζω κάτι που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

 

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

 

Οι πολιτείες οι ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

 

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα,
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

 

Όταν πυκνή η ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.

 

Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

 

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
–μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο–
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

 

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει.

 

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζό μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

 

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντάς τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

 

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.
Η μελοποίηση του Ζερβουδάκη* είναι μία από τις καλύτερες μελοποιήσεις ποιημάτων του Καββαδία που μπορεί να ακούσει κανείς, πολλοί όμως είναι αυτοί που του κρατούν κακία για την αφαίρεση αρκετών στροφών του ποιήματος ή για την αλλαγή μιας-δυο λέξεων, αλλά, κυρίως, για τη μετατροπή σε ενικό του πληθυντικού ευγενείας που ο Καββαδίας είχε επιλέξει.
Η ιστορία πίσω από το ποίημα είναι αυτή που κάνει ίσως τα περί ενικού και πληθυντικού να έχουν αξία.
Μία φήμη που κυκλοφορεί σχετικά με αυτό το ποίημα είναι ότι ο Καββαδίας το έγραψε για κάποιο νεαρό ποιητή ονόματι Καίσαρα, ο οποίος αυτοκτόνησε μια μέρα στο γραφείο του ανάμεσα σε σωρούς από βιβλία και χαρτιά, έχοντας αφήσει ως τελευταίο του σημείωμα τη φράση:«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική.
Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ» και ο Καββαδίας το έγραψε πράγματι το 1932 για το νεαρό, τότε, ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο οποίος, όμως, βέβαια, ποτέ δεν αυτοκτόνησε.
Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 ως ένας υποσχόμενος νεορομαντικός ποιητής, στο ύφος του ήδη καταξιωμένου τότε Κώστα Ουράνη. Τελικά, σε όλη του τη ζωή, εκτός από τις συνεργασίες του με αρκετά περιοδικά και διάφορες καλές μεταφράσεις, κυκλοφόρησε μόνο 4 ποιητικές συλλογές, οι οποίες παρ’ όλα αυτά τον καθιστούν έναν από τους χαρακτηριστικότερους εκφραστές της μεσοπολεμικής ποίησης, με έναν αέρα όμως πιο μοντέρνο και έναν τόνο αρκετά πιο αισιόδοξο απ’ ό,τι επέβαλλε το καρυωτακικό ποιητικό κατεστημένο της εποχής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης τον εκτιμούσε πολύ και λέγεται ότι στα νεανικά του χρόνια αγαπούσε να μελετάει με ιδιαίτερη προσοχή την πρώτη ποιητική συλλογή του Εμμανουήλ με τίτλο «Ο παράφωνος αυλός», που είχε κυκλοφορήσει το 1929.
Το 1933 κυκλοφόρησε και η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, το περίφημο «Μαραμπού», με πρόλογο του Εμμανουήλ, το οποίο περιείχε, μεταξύ άλλων, και αφιερώσεις σε άλλους ποιητές: στο Ράντο, στο Μελαχρινό, στον Ουράνη και το παραπάνω ποίημα στον ίδιο τον Εμμανουήλ. Το ποίημα θεωρείται ότι είναι όντως απάντηση σε εκείνη τη φράση του Εμμανουήλ, η οποία πάντως μάλλον δε συναντάται σε κάποιο ποίημα κάποιας από τις 4 ποιητικές του συλλογές, επομένως εικάζεται ότι μπορεί να αφορούσε κάτι που είχε κυκλοφορήσει σε λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής. Εξάλλου, λέγεται ότι ο Καββαδίας είχε υπ’ όψιν του μία περίοδο κατάθλιψης που φαίνεται ότι διήγε ο Εμμανουήλ τότε. Σε εκείνη την περίοδο της κατάθλιψής του, θεωρείται ότι αντιστοιχεί και μία αφιέρωση σ’ αυτόν από τον Αναστάσιο Δρίβα: «Ούτε κι απόψε βρήκαμε τη γεύση και το χρώμα / και το βαθύ γαρύφαλλο του κάκου θα μαδήσει / στα φλογερά σου δάχτυλα σα νέφος μες στη δύση.»
Εκείνη την περίοδο της ζωής του, την απαισιόδοξη περίοδο της ζωής του, ο Καίσαρας Εμμανουήλ, μεταξύ άλλων, είχε προσπαθήσει το 1932 να μεταφράσει «Το κοράκι» («The raven»), το πασίγνωστο ποίημα του 1845 από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, που έχει αποτελέσει κατά καιρούς ιδιαίτερη πρόκληση για πολλούς ποιητές, όπως για παράδειγμα και για τον Κώστα Ουράνη, λίγα χρόνια νωρίτερα. Ενδεικτικά, η πρώτη στροφή του ποιήματος από τη μετάφραση του Καίσαρα Εμμανουήλ:
Κάποτε, ένα θλιμμένο μεσονύχτι,
καθώς, αδύνατος και κουρασμένος,
σ΄ ένα σοφό βιβλίο ήμουνα σκυμμένος,
απ’ όλους τώρα χρόνια ξεχασμένο,
καθώς, βαρύ απ΄ τον ύπνο, το κεφάλι
ελίκνιζα, άκουσα άξαφνα ένα κτύπο,
σαν κάποιος να χτυπούσε, να χτυπούσε,
την πόρτα, σιγανά, της κάμαρας μου.
«Κανένας επισκέπτης, δίχως άλλο,
θα ‘ναι αυτός που χτυπά την πόρτα μου», είπα.
«Αυτό, μονάχα αυτό, και τίποτα άλλο.»
Η μετάφραση του Εμμανουήλ είναι μία από τις καλύτερες γι’ αυτό το ποίημα και φαίνεται ότι το προσέγγισε με ιδιαίτερη προσοχή. Η επιρροή που είχε η δουλειά του αυτή στον ίδιο και στην ψυχολογία του, και την οποία υπαινίσσεται μάλλον ο Καββαδίας στη δεύτερη στροφή του ποιήματός του, όπου περιγράφει ένα κοράκι να σκεπάζει τα χαρτιά του Καίσαρα, φαίνεται και σε κάποια από τα ποιήματα του Εμμανουήλ. Ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημά του, με μια περίεργη γοτθική ατμόσφαιρα, έχει τίτλο «Νυχτερινή φαντασίωση»:
Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

 

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

 

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.

 

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

 

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

 

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

 

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα άνθη.

 

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

 

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

 

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

 

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
Το παραπάνω ποίημα αποτελεί ίσως ένα από τα ελάχιστα δείγματα ελληνικής γοτθικής ποίησης.
Το ποίημα αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου ενδεικτικό του ύφους του. Αντίθετα, μάλιστα, αν ανατρέξει κανείς σε ποιήματά του** θα εντοπίσει περισσότερες ομοιότητες με την ποίηση του Ουράνη, του Καβάφη ή και του Καββαδία, παρά με τη σκούρα ποίηση του Πόε.
Ο Καίσαρας Εμμανουήλ, ο ποιητής αυτός που κάπνιζε τσιγάρα «Κάμελ», πέθανε το 1970, στα 68 του χρόνια, από ζάχαρο, σε δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας.

** Από το ιστολόγιο http://jkpant.blogspot.gr/

Advertisements

Posted Φεβρουαρίου 2, 2013 by msofcrete in Uncategorized

Tagged with

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: