Archive for Μαρτίου 2014

Όχι στην υπερδιάγνωση και την υπερθεραπεία !   Leave a comment

Η «υπερδιάγνωση» (overdiagnosis) και η «υπερθεραπεία» (overtreatment) αποτελούν ένα μεγάλο σύγχρονο πρόβλημα στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Αυτές οι λέξεις περιγράφουν την υπερβολική χρήση της ιατρικής, τις υπερβολές στη διάγνωση και στη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών. Το βασικό πρόβλημα είναι η υπερδιάγνωση, ενώ η υπερθεραπεία συνήθως ακολουθεί. Υπερδιάγνωση έχουμε όταν σε απολύτως υγιείς ανθρώπους, ή σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα, μπαίνει από τους γιατρούς η διάγνωση κάποιας νόσου ή κατάστασης που όμως δεν πρόκειται να τους βλάψει (δεν θα προκαλέσει συμπτώματα ή πρόωρο θάνατο). Απολύτως συγγενικές έννοιες με την υπερδιάγνωση είναι η «υπερεξέταση» (overtesting) και η «ιατροποίηση» (medicalization). Ακόμα, πολλοί ερευνητές, γιατροί και συγγραφείς μιλάνε για «εμπόριο ασθενειών» (selling sickness) ή για «καπηλεία νόσων» (disease mongering). Άλλοι πάλι, όπως ο διάσημος αμερικανός καρδιολόγος Dr. Bernard Lown, μιλάνε για «ιατρικές φροντίδες που μπορούν να αποφευχθούν» (avoidable care). Ασχέτως πάντως του πώς ονομάζουμε το φαινόμενο, το απολύτως βέβαιο είναι ότι με περιττές εξετάσεις και περιττές θεραπείες οι γιατροί κάνουν συχνά σε υγιείς ανθρώπους βλαβερά και επικίνδυνα πράγματα. Η υπερδιάγνωση βλάπτει τους ανθρώπους κυρίως επειδή το σταμπάρισμά τους, η τοποθέτηση σε αυτούς κάποιας ιατρικής ταμπέλας (labeling) οδηγεί – όπως στο ντόμινο – σε μια σειρά από συναισθηματικές, ιατρικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Επακόλουθα της υπερδιάγνωσης είναι το άγχος, το κοινωνικό στίγμα, περισσότερες περιττές εξετάσεις, περιττές θεραπείες, και οικονομική επιβάρυνση του ατόμου και του συστήματος υγείας. Μερικές από τις συνέπειες είναι μόνιμες. Κάποιες φορές, η υπερδιάγνωση μπορεί να είναι και επικίνδυνη για τη σωματική υγεία των ανθρώπων. Κάθε εργαστηριακή εξέταση έχει κινδύνους και πιθανές επιπλοκές. Μια αξονική τομογραφία (CT scan), για παράδειγμα, έχει το ρίσκο της ακτινοβολίας, η οποία μπορεί να προκαλέσει καρκίνο αργότερα. Και συχνά μια εξέταση συχνά οδηγεί σε μια άλλη, ακόμα πιο επικίνδυνη εξέταση. Πολύ σημαντική συνέπεια, επίσης, της υπερδιάγνωσης και των περιττών εξετάσεων και θεραπειών είναι η σπατάλη χρόνου και πολύτιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη των αληθινών νοσημάτων και για την κατάλληλη φροντίδα των σοβαρώς πασχόντων ατόμων. Όπως έγραψε πρόσφατα και ο αυστραλός καθηγητής Paul Glasziou, είναι αποκαρδιωτικό ότι στην κλινική ιατρική έχουμε υπερβολικά πολλή ιατρική και υπερβολικά λίγη φροντίδα (“too much medicine – too little care”).

Τις τελευταίες δεκαετίες, ο προβληματισμός ήταν για την υπερβολικά λίγη ιατρική φροντίδα, για την ανεπαρκή ιατρική φροντίδα. Οι συζητήσεις για πολλά χρόνια ήσαν για τα ιατρικά λάθη (κυρίως τις λανθασμένες διαγνώσεις) και για τις μεθόδους που θα εξασφαλίζουν την πρόσβαση του πληθυσμού στις υπηρεσίες υγείας. Τα τελευταία 10-12 χρόνια, όμως, έχουν πυκνώσει οι ενδείξεις για τις βλαβερές συνέπειες της υπερδιάγνωσης και της υπερθεραπείας. Το 2002, το κορυφαίο και διεθνώς σεβαστό ιατρικό περιοδικό British Medical Journal (BMJ) εξέδωσε ένα θεματικό τεύχος με τίτλο Too Much Medicine?(«Υπερβολικά Πολλή Ιατρική;»). Τα άρθρα εκείνου του τεύχους αφορούσαν κυρίως το πρόβλημα της ιατροποίησης (medicalization) πολλών όψεων της κανονικής ζωής όπως η γέννηση, το σεξ και ο θάνατος. Το περιοδικό καλούσε τους γιατρούς να αντισταθούν στην καπηλεία των νόσων (diseasemongering). Είναι χαρακτηριστικό του μεγέθους πλέον του προβλήματος ότι το BMJ ξεκίνησε το 2013 εκστρατεία με τίτλο Too Much Medicine («Υπερβολικά Πολλή Ιατρική»), χωρίς το ερωτηματικό αυτήν τη φορά. Το αμερικανικό ιατρικό περιοδικό Archives of Internal Medicine από το 2010 και μετά συμβάλλει  συστηματικά στον προβληματισμό με επιστημονικά άρθρα κάτω από τον γενικό τίτλο Little is More («Το Λίγο είναι Περισσότερο»), ενώ το κορυφαίο αμερικανικό περιοδικό JAMA ονόμασε το 2012 το πρόβλημα της υπερδιάγνωσης των νόσων «μια σύγχρονη επιδημία» (a modern epidemic). Σε όλον τον κόσμο, κυρίως όμως στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, το πρόβλημα της υπερδιάγνωσης απασχολεί ιατρικά περιοδικά, γενικές εφημερίδες, οργανώσεις και συνέδρια. Το 2012 το ραδιόφωνο του BBC αφιέρωσε μια σειρά εκπομπών του στο πρόβλημα. Στις ΗΠΑ, υπάρχει από το 2012 εκστρατεία γιατρών με τον τίτλο «Διάλεξε Σοφά» (Choose Wisely). Είναι μια πρωτοβουλία των αμερικανών γιατρών, μια συμμαχία των εταιρειών των διαφόρων ιατρικών ειδικοτήτων για να πολεμήσουν την κατάχρηση και την κακή χρήση των εργαστηριακών εξετάσεων. Σκοπός τους είναι η προαγωγή του διαλόγου ανάμεσα στους γιατρούς και τους ασθενείς και να βοηθήσουν τους ασθενείς να επιλέξουν ιατρικές φροντίδες που «υποστηρίζονται από επιστημονική ένδειξη», που «δεν επαναλαμβάνουν τα ευρήματα άλλων εξετάσεων ή ιατρικών πράξεων που έχουν ήδη γίνει», που «δεν είναι πιθανόν να βλάψουν» και που «είναι αληθώς απαραίτητες»         

Πού, όμως, υπάρχει το φαινόμενο της υπερδιάγνωσης; Με τι τρόπους εκδηλώνεται; «Υπάρχει σε ένα ευρύ φάσμα συνήθων καταστάσεων», γράφει ένας από τους πρωταγωνιστές στη μάχη εναντίον της, ο αυστραλός ερευνητής και συγγραφέας Roy Moynihan: «υπάρχει στον καρκίνο του προστάτη και του θυρεοειδούς, στο άσθμα, στη χρόνια νεφροπάθεια, και στο έλλειμμα προσοχής με διαταραχή προσοχής (ADHD). Υπάρχει, επίσης, στον καρκίνο του μαστού, στον διαβήτη της κύησης, στην υπέρταση (υψηλή πίεση αίματος), στη υψηλή χοληστερόλη, στον καρκίνο του πνεύμονα, στην οστεοπόρωση, και στην πνευμονική εμβολή». Οι τρόποι εκδήλωσης της υπερδιάγνωσης είναι κατά τον Roy Moynihan: «α/υπερδιάγνωση μέσω προγραμμάτων προληπτικής εξέτασης (screening) του υγιούς πληθυσμού (π.χ. προγράμματα που διαπιστώνουν «καρκίνους», που όμως ποτέ δεν θα σκοτώσουν), β/υπερδιάγνωση μέσω του screening ατόμων με συμπτώματα, λόγω ολοένα και περισσότερο ευαίσθητων διαγνωστικών εξετάσεων, γ/υπερδιάγνωση μέσω ευρημάτων που διαπιστώνονται παρεμπιπτόντως (“incidentalomas”) και αποτελούν «ανωμαλίες» που θα παραμείνουν καλοήθεις, και δ/υπερδιάγνωση μέσω της διεύρυνσης του ορισμού των νόσων έτσι ώστε να περιλάβουν άτομα με ηπιότερα συμπτώματα καθώς και άτομα με πολύ χαμηλό κίνδυνο να νοσήσουν.

Τι προκαλεί την υπερδιάγνωση, ποιοί είναι οι λόγοι που συμβαίνει και γιγαντώνεται; Ο Roy Moynihan υποστηρίζει ότι αυτοί είναι σύμπλοκοι και πολύπλευροι, αλλά «κεντρικό ρόλο παίζουν οι πρόοδοι της τεχνολογίας», δηλαδή τα μηχανήματα. Μερικοί από τους λόγους είναι: «το επαγγελματικό και προσωπικό συμφέρον, ο φόβος δικαστικής εμπλοκής (litigation), ο πολιτισμικός μας έρωτας για έγκαιρη διάγνωση και για τα θαύματα της τεχνολογίας, και η βιομηχανοποίηση της ιατρικής  (το σύστημα “fee-for-service”), στην οποία ευεργετείται όποιος κάνει περισσότερες εργαστηριακές εξετάσεις, περισσότερες θεραπείες, περισσότερες επεμβάσεις». Η αμερικανίδα γιατρός και συγγραφέας Dr. Leana Wen είναι πιο σαφής και αφοριστική: «Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για το εμπόριο ασθενειών (selling sickness);» γράφει. «Χωρίς αμφιβολία, οι φαρμακευτικές εταιρείες (“big pharma”)», λέει, και τα νοσοκομειακά συγκροτήματα, που ενσταλάζουν φόβους στους ασθενείς και τους προτρέπουν να ενημερωθούν για νέες νόσους, για νέα φάρμακα, για νέα μηχανήματα και νέες εξετάσεις. Και συνεχίζει η Dr. Leana Wen: «Υπάρχει και ένα άλλο μέρος του εγκλήματος του εμπορίου ασθενειών. Είναι οι γιατροί, που είναι συνένοχοι με τις φαρμακευτικές εταιρείες με το να ομιλούν για «νέες» νόσους και με το να συνταγογραφούν περιττά φάρμακα. Είναι οι γιατροί, που είναι συνένοχοι με τα νοσοκομεία με το να παραγγέλλουν περιττές εξετάσεις. Είναι οι γιατροί, που έχουν ενσταλάξει στους ασθενείς μας την τυφλή πίστη στην τεχνολογία και την απέραντη αισιοδοξία στις θεραπείες. Η μάχη εναντίον της υπερδιάγνωσης πρέπει να αρχίσει με το να αναγνωρίσουν οι γιατροί ότι είμαστε μέρος του προβλήματος. Το θεμέλιο της ιατρικής φροντίδας είναι η εμπιστοσύνη (trust), και αυτή η εμπιστοσύνη διαβρώνεται από οικονομικά κίνητρα και συγκρούσεις συμφέροντος (conflicts of interest). Χρειαζόμαστε να το αντιμετωπίσουμε αυτό και να διαβεβαιώσουμε τους ασθενείς μας ότι είμαστε με το μέρος τους».

Παρατηρώ συνεχώς το διογκούμενο και στη χώρα μας φαινόμενο της υπερδιάγνωσης. Το παρατηρώ και στη δική μου δουλειά, όπου εμφανίζεται με χαρακτηριστικούς τρόπους. Το παρατηρώ άλλοτε με αμηχανία, άλλοτε με θυμό και συχνά με θλίψη. Ιδού μερικά παραδείγματα υπερδιάγνωσης και υπερθεραπείας, στις οποίες έχουν υποβληθεί βρέφη, παιδιά και έφηβοι πριν να έρθουν στο παιδοκαρδιολογικό μας ιατρείο για δεύτερη γνώμη: Υγιή παιδιά παρακολουθούνται συνεχώς, κάθε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια, συχνά και με ηχοκαρδιογράφημα, παρόλο που έχουν απλώς ένα αθώο φύσημα. Υγιή παιδιά παρακολουθούνται συνεχώς, κάθε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια με ηχοκαρδιογράφημα, παρόλο που έχουν απλώς ίχνος ή ελάχιστη ανεπάρκεια της μιτροειδούς, ή της τριγλώχινος, ή της πνευμονικής βαλβίδος. Υγιή παιδιά παρακολουθούνται συνεχώς, κάθε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια λόγω της παρουσίας βατού ωοειδούς τρήματος (θα διαβάσετε αλλού για τη σημασία αυτού του ευρήματος και για τη γνώμη μου). Ασθενείς όλων των ηλικιών παρακολουθούνται συνεχώς, κάθε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια με ηχοκαρδιογράφημα λόγω «πρόπτωσης μιτροειδούς βαλβίδος», ενώ στην πραγματικότητα έχουν υγιή καρδιά. Ένα σημαντικό μέρος του χρόνου μου, λοιπόν, αφιερώνεται στο να διαπιστώνω ότι πρόκειται για «καρδιακή μη-νόσο» και στο να αφαιρώ την ταμπέλα του «καρδιοπαθούς» από πολλούς ασθενείς μου. Είμαι ευτυχής όταν, τις περισσότερες φορές που εξετάζω τέτοιους «ασθενείς», συμβαίνει μετά την εξέταση να διαβεβαιώνω απλώς αυτούς και τους γονείς τους ότι πρόκειται για φυσιολογική καρδιά και στη συνέχεια να τους δίνω απολυτήριο (όπως λέω) από τις υπηρεσίες μου. Μια άλλη μορφή υπερδιάγνωσης είναι όταν καρδιοπαθή παιδιά υποβάλλονται σε προηγμένες απεικονιστικές εξετάσεις (όπως καρδιακός καθετηριασμός ή καρδιακή μαγνητική τομογραφία) παρόλο που για την διάγνωση, τη θεραπεία, την εγχείρηση και την παρακολούθησή τους αρκεί το ηχοκαρδιογράφημα, σε συνδυασμό, βεβαίως με το καλό ιστορικό και τη φυσική εξέταση.

 

Η υπερβολική ιατρική, τα φαινόμενα υπερδιάγνωσης και υπερθεραπείας βλάπτουν τους υγιείς αλλά και τους ασθενείς. Είναι φαινόμενα που και στη χώρα μας έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις. Είναι, μάλιστα, φαινόμενα που στην Ελλάδα επιδεινώνονται λόγω της κακής ποιότητας της εκπαίδευσης των γιατρών στην κλινική ιατρική, λόγω της συνακόλουθης ανασφάλειάς τους, λόγω του ανεξέλεγκτα μεγάλου αριθμού γιατρών, και λόγω του ελλείμματος κεντρικής πρόβλεψης, σχεδίου και ελέγχου ως προς τον αναγκαίο αριθμό γιατρών, δημόσιων νοσοκομείων, ιδιωτικών νοσοκομειακών επιχειρήσεων και μαιευτηρίων, και ιατρικών μηχανημάτων. Δεδομένης της οικονομικής κρίσης και της πρόκλησης για καθολική φροντίδα υγείας και περίθαλψης, είναι πιεστική η ανάγκη να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα και στη χώρα μας. Να πολεμήσουμε τις βλαβερές συνέπειες της υπερβολικά πολλής ιατρικής. Να συμφωνήσουμε σε πολιτικές και πρακτικές που βοηθούν τους ασθενείς και δεν βλάπτουν τους υγιείς. Οι γιατροί και οι ποικίλες οργανώσεις τους μπορούν και πρέπει να πάρουν τη σχετική πρωτοβουλία. Αν δεν το πράξουν, αν επιμείνουν στις εμμονές τους και στις παλιές, κακές συνήθειές τους, φοβούμαι ότι κάποτε θα τους επιβληθεί από τις περιστάσεις.     

Θέλω να συμβουλεύσω υγιείς και ασθενείς να ρωτούν τον γιατρό τους πάντοτε «γιατί» και «πώς». Να ρωτούν «γιατί ο γιατρός τους παραγγέλνει τη συγκεκριμένη εξέταση» και «πώς αυτή η εξέταση θα αλλάξει την αντιμετώπισή τους». Να τονίζουν στον γιατρό τους ότι δέχονται το γεγονός ότι μερικές φορές δεν μπορεί να είναι 100% βέβαιος, ότι δεν απαιτούν βεβαιότητα, αλλά ότι περιμένουν όμως διαφάνεια. Συμπερασματικώς, θέλω να συμβουλεύσω τους ασθενείς και τις οικογένειές τους αυτό που από το 1992 τονίζω συχνά στο ιατρείο μου: Όχι περιττούς γιατρούς, όχι περιττές εξετάσεις, όχι περιττά φάρμακα.       

Δεκέμβριος 2013

Advertisements

Posted Μαρτίου 9, 2014 by msofcrete in Uncategorized

Διαφορές αμερικάνικου και ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού   Leave a comment

Γράφει ο Γιώργος Μπιλλίνης

Η πολεμική οικονομία κατά το μεσοπόλεμο και στη διάρκεια του Β΄ΠΠ, το New deal του Ρούσβελτ και κυρίως οι οικονομικές και δημοσιονομικές θεωρίες του John Meynard Keynes δημιούργησαν μια άνθηση του «προνοιακού» φιλελευθερισμού καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου παγκοσμίως. Κάτι που ισχύει ως τις μέρες μας.

Ωστόσο, παράλληλα με την απογείωση του κράτους πρόνοιας, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες εμφανίστηκαν και ισχυρές φωνές αμφισβήτησης της «απόκλισης» αυτής, που προέτρεπαν τους φιλελεύθερους να επιστρέψουν στις αυθεντικές ιδέες του laissez faire του κλασικού φιλελευθερισμού.

Από τον Hayek μέχρι τον Buchanan η νεοκλασική σκέψη επανήλθε στο προσκήνιο ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’70 και εδραιώθηκε με τις μείζονες δημόσιες πολιτικές του Ρηγκανισμού και του Θατσερισμού, στις ΗΠΑ και τη Βρετανία αντίστοιχα, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι οι φιλελεύθεροι κομματικοί σχηματισμοί κατάφερναν πάντα να εκφράζονται και να καταγράφονται επιτυχώς στον πολιτικό και εκλογικό στίβο. Τρανή απόδειξη ότι και στις δύο περιπτώσεις το εγχείρημα εκφράστηκε-επιχειρήθηκε στις μέν ΗΠΑ από τους Ρεπουμπλικανούς, στη δε Βρετανία από τους Συντηρητικούς.

Στην Ευρώπη οι φιλελεύθεροι σχηματισμοί ανέκαθεν βρίσκονταν συνήθως στη σκιά των μεγάλων συντηρητικών κα χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων, άλλοτε αναζητώντας εναγωνίως την ιδεολογική τους ταυτότητα και άλλοτε προσπαθώντας να αποφύγουν τη ταύτιση ή και την απορρόφηση τους από την ευρύτερη «κεντροδεξιά».

Παρά ταύτα η φιλελεύθερη οικογένεια είναι μια διακριτή κομματική οικογένεια, με τη δική της ξεχωριστή ιδεολογία, την υπαρκτή κοινωνική της απήχηση και αντιστοίχιση και γενικότερα τη δική της ταυτότητα και θέση στον ευρύ χώρο των κομμάτων που αποδέχονται τις αρχές της ελεύθερης αγοράς: συντηρητικών, χριστιανοδημοκρατικών, φιλελευθέρων, σοσιαλδημοκρατικών. Έχει ως κομματικό της αρχέτυπο το ιστορικό βρετανικό κόμμα των Ουίγων, από το οποίο ξεπήδησε το σύνολο των μοντέρνων κλασικών και νεοκλασικών διανοητών, που τροφοδότησαν όλο το δυτικό φάσμα της φιλελεύθερης φιλοσοφίας.

Στα πλαίσια της ΕΕ τα φιλελεύθερα κόμματα συνασπίστηκαν στην Ομοσπονδία Φιλελεύθερων και Δημοκρατικών κομμάτων (ELDR), η οποία ιδρύθηκε στη Στουτγκάρδη το 1976 και εκφράζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από την Συμμαχία Φιλελεύθερων και Δημοκρατών για την Ευρώπη (ALDE).

Ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός χωρίζεται σε δύο κύρια στρατόπεδα-ρεύματα, στους συντηρητικούς κοινωνιστές και τους ριζοσπάστες φιλελεύθερους. Ωστόσο και τα δύο αυτά υποσύνολα, σύμφωνα με τον Gordon Smith, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται παρά ως οι δύο όψεις του ίδιου μείζονος φιλελεύθερου εγχειρήματος.

Στην Αμερική για ιστορικούς λόγους (απουσία φεουδαρχίας, αλλά και σοσιαλιστικής παράδοσης), ο φιλελευθερισμός, αν και αποτελεί γνήσιο τέκνο του κλασικού ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, έχει μια διαφορετική νοηματοδοσία από αυτό το οποίο σημαίνει στην Ευρώπη. Ενώ στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή ο φιλελευθερισμός και ο συντηρητισμός είναι ιδεολογίες τις οποίες υιοθετούν τα κόμματα του ευρύτερου κεντροδεξιού χώρου, στις ΗΠΑ ο φιλελευθερισμός, εξ αιτίας της απουσίας κάθε σοσιαλιστικής κουλτούρας και παράδοσης,  προσλαμβάνεται ως μια ήπια σοσιαλδημοκρατία, που εκφράζεται κομματικά μέσα από τους Δημοκρατικούς, ενώ η Αμερικανική Δεξιά, η οποία εκφράζεται μέσα από τους Ρεπουμπλικανούς, θεωρείται ως μια αμιγώς συντηρητική παράταξη.

Το πλέον παράδοξο είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, ενώ στην Ευρώπη προήλθε από τις φιλελεύθερες δυνάμεις (και μέρος των συντηρητικών), στις ΗΠΑ ουδεμία σχέση έχει με το φιλελεύθερο χώρο (left liberals), αλλά είναι πνευματικό τέκνο της Νέας Δεξιάς (Σχολή του Σικάγο).

Το κομματικό σύστημα των ΗΠΑ είναι ένα κατ’ εξοχήν δικομματικό σύστημα, στο οποίο πρωταγωνιστούν το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα. Η ιστορία του δικομματισμού έχει τις ρίζες της στον Αμερικανικό μεσοπόλεμο. Μολονότι ο αμερικανικός πολιτικός πολιτισμός δεν εδράζεται σε ταξικές βάσεις, οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στα πλαίσια της φιλελεύθερης συναίνεσης ήταν πάντα ένα ισχυρό σημείο αναφοράς του πολιτικού συστήματος.

Αν και τα δύο κόμματα ενδύονται, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, τη φιλελεύθερη ετικέτα, ως πλέον φιλελεύθεροι εκλαμβάνονται οι Δημοκρατικοί. Συνεπώς ο αμερικανικός φιλελευθερισμός σήμερα είναι παρεμβατικός στο οικονομικό επίπεδο (κοινωνικός φιλελευθερισμός) και ελευθεριακός στο επίπεδο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η αμερικανική «αριστερά» είναι προνοιακή, έχοντας ως ιδεολογικό και πολιτικό πρόταγμα την εμπέδωση ενός κράτους ευημερίας με έντονα τα στοιχεία της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολιτικής ισότητας. Το ευρωπαϊκό της αντίστιγμα είναι πολιτικά μέν οι φιλελεύθεροι, οικονομικά δε τόσο οι σοσιαλδημοκράτες, όσο και οι χριστιανοκοινωνιστές.

Η αμερικανική Δεξιά πάλι έχει αρκετές διαφορές με τη παραδοσιακή κοινωνιστική ευρωπαϊκή Δεξιά. Η αμερικανική είναι ατομικιστική, κοινωνικά δαρβινιστική, φοβική στη νεοτερικότητα, οικονομικά όμως ένθερμη οπαδός του laissez faire.

Η ιστορία του αμερικανικού φιλελευθερισμού συνδέεται με το φαινόμενο του Εμφυλίου Πολέμου (1861-64). Σχηματικά: Ο φιλελεύθερος Βορράς που ήθελε να απελευθερώσει το συντηρητικό Νότο από τα δεσμά της δουλείας. Από το 1880 ως το τέλος της δεκαετίας του 1920, με αποκορύφωμα το κράχ του ’29, όταν μεταβλήθηκαν τα στοχαστικά και πολιτικά δεδομένα του καπιταλισμού, της ελεύθερης αγοράς και της μαζικής δημοκρατίας, ο αμερικανικός φιλελευθερισμός περνά από σημαντικές φάσεις, στις οποίες πρωτοστατούν τα κινήματα των Λαϊκιστών (populists) και των Προοδευτιστών (progressives), που διατρέχουν οριζόντια το σύνολο των κομματικών σχηματισμών και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Τα εν λόγω κινήματα σχηματοποιούν σε γενικές γραμμές τη διάκριση Δημοκρατικοί/Συντηρητικοί, η οποία αντλεί τη καταγωγή της από τα δύσκολα χρόνια του ρατσισμού και της μετεμφυλιακής περιόδου. Οι Λαϊκιστές εξέφραζαν θέσεις κοντά στη θεωρία του ελάχιστου κράτους, αλλά ήσαν κοινωνικά συντηρητικοί. Οι Προοδευτιστές ήσαν υπέρμαχοι της ανεκτικότητας, των ατομικών/ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ατομικής ελευθερίας, αλλά ήσαν «κρατιστές», αφού αντιμετώπιζαν τη κρατική εξουσία ως εργαλείο για την επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δύο Δημοκρατικοί πρόεδροι είναι εκείνοι που έθεσαν τις βάσεις για τη μετεξέλιξη του κλασικού φιλελευθερισμού σε προνοιακό. Αρχικά ήταν ο Woodrow Wilson, ένας συνεπής Προοδευτιστής, ενώ τον ακολούθησε ο Franklin Roosevelt με τη πολιτική του New deal, ως απάντηση στο οικονομικό κράχ του ’29.

Ο θεωρητικός διανοητής που υπερασπίστηκε και «θωράκισε» στοχαστικά την ιδέα του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» ήταν ο John Dewey (1859-1952), ο οποίος οριοθέτησε ουσιαστικά τον λεγόμενο «νέο ατομικισμό» (new individualism), που σε σχέση με τον κλασικό φιλελεύθερο ατομικισμό ήταν πιο συλλογικός και πιο συνεργατικός.  Ο Dewey έθεσε τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές βάσεις για την αντικατάσταση του laissez faire με την οικονομικοπολιτική κρατική παρεμβατικότητα προς όφελος των πιο αδύναμων κρίκων της αμερικανικής κοινωνίας.

Στην Αμερική του μεταπολέμου ο προνοιακός φιλελευθερισμός παίζει το ρόλο της ιστορικά αδύναμης σοσιαλιστικής σκέψης στην πολιτική παράδοση της χώρας, προβάλλοντας σχεδόν πάντα κοινωνικά και σοσιαλδημοκρατικά αιτήματα. Τα πράγματα δυσκόλεψαν για τη κλασική σκέψη με την εμφάνιση της θεωρίας του εξισωτικού φιλελευθερισμού από τον John Rawls (1921-2002).

Την ίδια εποχή η αποκληθείσα Νέα Δεξιά (σε αντιδιαστολή με τη Παλαιά, που ήταν συνδεδεμένη με τη διατήρηση του δουλοκτητικού καθεστώτος) ενσάρκωσε τη κριτική φωνή και την εναλλακτική πρόταση απέναντι στο κρατικό παρεμβατισμό. Και στηρίχτηκε από πολλούς δυσαρεστημένους φιλελεύθερους, οι οποίοι επιθυμούσαν μια επιστροφή στις αρχές του γνήσιου οικονομικού φιλελευθερισμού, που πίστευαν πως ανταποκρινόταν καλύτερα στην ανταγωνιστική και επιχειρηματική φύση της αμερικανικής κοινωνίας.

Η Νέα Δεξιά σε στοχαστικό επίπεδο εκφράστηκε μέσα από τη φωνή των ελευθεριακών και νεοσυντηρητικών φιλοσόφων. Πολιτικά όμως είναι διασπασμένη. Οι ελευθεριακοί, με κομματική έκφραση το Ελευθεριακό κόμμα, είναι συνεπείς φιλελεύθεροι, στο σύνολο του φιλελεύθερου τόξου. Σε αντίθεση με τους νεοσυντηρητικούς, που εκφράζονται μέσα από τη τεράστια δεξαμενή του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και μπορεί σε οικονομικά ζητήματα να έχουν ταυτόσημες αντιλήψεις με τους ελευθεριακούς, σε κοινωνικά όμως και ηθικά ζητήματα βρίσκονται απολύτως εκτός φιλελεύθερου ήθους.

Ας σημειωθεί ότι οι νεοσυντηρητικοί έγιναν η δεσπόζουσα δύναμη στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών στα χρόνια του Ronald Reagan και άφησαν το αποτύπωμα τους στην οκταετή διακυβέρνηση της χώρας. Οικονομική πολιτική φιλελεύθερη, συντηρητικότατη και θρησκόληπτη όμως σε όλες τις άλλες πτυχές της. Η ιδεολογική και φιλοσοφική ρώμη των νεοσυντηρητικών στηρίχτηκε στο Γερμανοεβραίο πολιτικό φιλόσοφο Leo Strauss, που δημιούργησε στρατιές πιστών οπαδών στην ακαδημαϊκή και οικονομική κοινότητα.

Με όρους πολιτικοϊδεολογικής καθαρότητας, το πραγματικά φιλελεύθερο κόμμα στις ΗΠΑ είναι το αποκαλούμενο τρίτο κόμμα ή Ελευθεριακό κόμμα (Libertarian party). Ιδρύθηκε το 1971 με σκοπό να προάγει την ελευθερία στη κλασική λοκιανή της έννοια, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στην αμερικανική παράδοση: ατομική ελευθερία, επιχειρηματικό πνεύμα, οικονομία της αγοράς χωρίς κρατική νόθευση, προσωπική υπευθυνότητα. Μία ανθρωποκεντρική προσέγγιση της πολιτικής, όπως αρέσκονται να την προσδιορίζουν τα μέλη του.

Οι Ελευθεριακοί θεωρούν ότι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Υποστηρίζουν με πάθος ότι το άτομο έχει το απόλυτο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα να διαθέτει το σώμα και το πνεύμα του όπως αυτό θέλει. Ο καθένας να μπορεί αβίαστα να επιλέγει οιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία θα τον καθιστούσε ευτυχισμένο. Στη διεθνή πολιτική αποκλείουν κάθε μορφή αμερικανικής παρέμβασης. Η κριτική που τους αποδίδεται είναι ότι αγγίζουν τα όρια ενός φιλελεύθερου αναρχισμού.

Βιβλιογραφία:

 

  • Π. Πετρουλάκος: «το πολίτευμα των ΗΠΑ», εκδόσεις Κριτική, Αθήνα,1995.
  • Louis Hartz: “Liberal Tradition in America. An Interpretation of American Political Thought since the Revolution”, Harcourt, New York, 1955.
  • Πασχάλης Κιτρομηλίδης: «πολιτικοί στοχαστές των νεότερων χρόνων», εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1989.
  • Θανάσης Διαμαντόπουλος: «Το κομματικό φαινόμενο. Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1993.
  • Arthur Cyr: “Liberal Party Politics in Britain”, Calder, London, 1977.
  • Leo Strauss: “What is political philosophy ? and other studies”, The University Chicago Press, 1959.
  • John Rawls: “Political Liberalism”, Columbia University Press, N.York, 1993.
  • John Rawls: “Collected Papers”, Massachusetts, 1999.
  • Kenneth Delbert: “Directions in American political Thought”, J. Wiley&sons, N. York, 1969.
  • Kenneth Delbert & Linda Metcalf: “American Ideologies Today. Shaping the New Politics of the 1990s”, McGraw-Hill, N. York, 1993.
  • De Winter Liven: “Liberalism and Liberal Parties in the European Union”, ICPS, Barcelona, 2000.

– See more at: http://marketnews.gr/article/11399/diafores_amerikanikou_kai_eyrwpaikou_filleytherismou#sthash.RUutO5cH.dpuf

Posted Μαρτίου 6, 2014 by msofcrete in Uncategorized

Tagged with